Είχα αποφασίσει να παραιτηθώ. Όχι επειδή βρήκα κάτι καλύτερο. Απλά δεν άντεχα άλλο. Δούλευα σε ένα τηλεφωνικό κέντρο, οκτάωρο, με ένα ακουστικό στο αυτί να ακούω τον κάθε εξαγριωμένο πελάτη να βρίζει για λογαριασμούς που δεν είχα βγάλει εγώ. Έντεκα μήνες αυτό το πράγμα. Είχα αρχίσει να μισώ τον ήχο της φωνής μου το πρωί. Εκείνη την Πέμπτη, πήγα στη δουλειά ξέροντας ότι είναι η προτελευταία μου μέρα. Την Παρασκευή θα έγραφα την παραίτηση και θα την άφηνα στο γραφείο του προϊσταμένου. Δεν είχα σχέδιο. Δεν είχα άλλη δουλειά. Είχα μόνο 240 ευρώ στην άκρη, λίγη αξιοπρέπεια και ένα τεράστιο «δεν πάει άλλο».
Γύρισα σπίτι κατά τις 10 το βράδυ, έφαγα μια μακαρονάδα με τυρί που είχε μείνει από προχθές, και κάθισα στον καναπέ. Η κοπέλα μου έλειπε, είχε πάει στη μητέρα της. Τέλεια. Σκέφτηκα: «Θα περάσω τη νύχτα βλέποντας βλακείες στο ίντερνετ και αύριο το πρωί θα γράψω την παραίτηση». Αλλά κάτι με τράβηξε αλλού. Ξεκίνησα να σκρολάρω στο κινητό και έπεσα πάνω σε μία ανάρτηση. Κάποιος έγραφε για το πώς κέρδισε ένα σεβαστό ποσό παίζοντας μία νύχτα που ήταν χάλια. Η ιστορία του ήταν αστεία, σχεδόν γελοία. Αλλά μου κόλλησε στο μυαλό η φράση: «Όταν είσαι ήδη στο πάτωμα, μην φοβάσαι να ρισκάρεις». Τι να χάσω, σκέφτηκα. Τα 240 ευρώ μου; Όχι, δεν είμαι τρελός. Αλλά μπορούσα να βάλω ένα μικρό ποσό στην άκρη, για πλάκα.
Άνοιξα ένα παράθυρο και μπήκα στο Vavada Καζίνο Ελλάδα (https://leliavoices.com). Το είχα ξαναδεί από διαφημίσεις. Είχε μία ζωντανή αίσθηση, κάτι που θύμιζε αληθινό καζίνο, όχι απλά πολύχρωμα κουμπιά. Δεν είχα καμία διάθεση για φρουτάκια εκείνη την ώρα. Ήθελα κάτι πιο αργό, πιο τακτικό. Κάθισα στην τραπουλόπιτα. Blackjack. Μία ζωντανή ντίλερ με ρωτούσε «κάρτα;», γελούσε, μιλούσε σε τρεις γλώσσες. Ήταν σχεδόν σαν να είχα βγει έξω, χωρίς να έχω βγει. Έβαλα 30 ευρώ. Από αυτά τα 240, ήμουν έτοιμος να τα δώσω για διασκέδαση.
Το παιχνίδι κύλησε ήρεμα. Στην αρχή, έχανα. Μετά κέρδιζα. Κάποια στιγμή βρέθηκα στο μηδέν. Ακριβώς εκεί, σκέφτηκα να σταματήσω. Αλλά η ντίλερ είχε μία φάτσα που μου θύμιζε μία παλιά φίλη, και αποφάσισα να δώσω μία ακόμα ευκαιρία. Αυτή τη φορά, δεν έπαιξα προσεκτικά. Έπαιξα επιθετικά. Σε ένα χέρι, είχα 14 και ο ντίλερ δείχνοντας 6. Κανονικά, κρατάς. Εγώ τράβηξα. Βγήκε 7, σύνολο 21. Το πρόσωπο της ντίλερ έγινε έκπληκτο, εγώ γέλασα. Μετά από 45 λεπτά, είχα μετατρέψει τα 30 ευρώ σε 110. Δεν το πίστευα. Αλλά δεν ενθουσιάστηκα. Ήμουν περίεργα ήρεμος.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα. Σταμάτησα. Δεν έπαιξα άλλο. Σήκωσα 80 ευρώ, άφησα 30 μέσα για την επόμενη φορά, και έκλεισα την εφαρμογή. Γιατί; Επειδή είχα μία ενοχλητική σκέψη: «Αν χάσω τώρα, αύριο θα είμαι πιο χάλια απ' ό,τι ήμουν σήμερα». Και δεν ήθελα να το κάνω αυτό στον εαυτό μου. Σηκώθηκα, ήπια νερό, έγραψα την παραίτηση που είχα σχεδιάσει να γράψω την επόμενη μέρα. Αλλά με ένα διαφορετικό βλέμμα. Πλέον, δεν έγραφα «παραιτούμαι γιατί μισώ τα πάντα». Έγραφα «παραιτούμαι για να βρω κάτι καλύτερο». Αυτή η μικρή νίκη, αυτά τα 80 ευρώ επιπλέον, είχαν αλλάξει τη γραμματική της απόφασής μου. Τρελό, ε;
Το επόμενο πρωί, πήγα στη δουλειά. Έδωσα την παραίτηση. Ο προϊστάμενος με κοίταξε με μισό μάτι, δεν περίμενε ότι θα το τολμούσα. Δεν τον νοιάζει άλλωστε. Βγήκα από την πόρτα και ένιωσα σαν να είχα βγάλει ένα βάρος δέκα τόνων από την πλάτη μου. Δεν είχα δεύτερη δουλειά, δεν είχα σίγουρο εισόδημα. Αλλά είχα τη λογική μου και είχα 80 ευρώ έξτρα από εκείνο το Vavada Καζίνο Ελλάδα. Όχι για να ζήσω. Για να πάρω μία ανάσα. Αγόρασα μία τσάντα καινούργια για την κοπέλα μου – είχε χαλάσει η δική της, το ήξερα – και κράτησα τα υπόλοιπα 40 για να φάω καμία πίτσα εκείνη την εβδομάδα.
Μία εβδομάδα μετά, καθώς έψαχνα αγγελίες για δουλειά, μπήκα πάλι. Αυτή τη φορά, μπήκα στο Vavada Καζίνο Ελλάδα με άλλο σκεπτικό. Όχι για να ξεφύγω. Για να δω αν η τύχη ήταν πραγματική ή μία τυχαία έκρηξη. Δοκίμασα ένα φρουτάκι με θέμα ταξίδι. Έβαλα 15 ευρώ. Μισή ώρα μετά είχα 22. Κέρδισα 7 ευρώ. Γέλασα. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, αλλά ήταν μία μικρή επιβεβαίωση: μπορώ να παίζω χωρίς να με ρουφάει η άβυσσος. Μπορώ να σταματάω όταν το λέει το ένστικτό μου. Αυτό είναι πιο δύσκολο από το να κερδίζεις, αν το καλοσκεφτείς.
Σήμερα δουλεύω σε μία μικρή επιχείρηση, σε ένα γραφείο χωρίς ακουστικά, χωρίς βρισιές. Βγάζω λιγότερα, αλλά κοιμάμαι καλύτερα. Και κάθε φορά που μπαίνω εκεί μέσα, θυμάμαι εκείνη τη νύχτα που ήμουν στο χειρότερο σημείο μου. Τότε που ο καναπές μύριζε μακαρονάδα και η ζωή μου φαινόταν σαν μία ατελείωτη βάρδια. Δεν κέρδισα χιλιάδες. Κέρδισα μία ανάσα. Μερικές φορές, αυτό φτάνει. Η παραίτηση ήταν δική μου απόφαση. Αλλά το κουράγιο να την κάνω, ήρθε μετά από ένα night στο blackjack. Τρελή ειρωνεία. Ή ίσως όχι. Ίσως η τύχη να χτυπάει ακριβώς εκεί που δεν την περιμένεις. Μέσα σε μία αποτυχία. Μέσα σε μία μακαρονάδα. Μέσα σε ένα τυχαίο κλικ. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι 80 ευρώ από μια νύχτα στο διαδίκτυο μου έδωσαν περισσότερη αυτοπεποίθηση από ολόκληρους μήνες απλήρωτης υπομονής. Δεν είναι το χρήμα. Είναι το σημάδι. Σαν ένα μικρό φως που λέει: «Μην το βάζεις κάτω, ακόμα δεν τελείωσε».